Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

sunday, bloody sunday

αυτό είναι το ενδέκατο φθινόπωρο απαλλαγμένη από τον εφιάλτη του σχολείο και ακόμα έχω μέσα μου την μιζέρια της κυριακής. ειδικά της κυριακής μετά το καλοκαίρι, όπου σταματάνε οι βόλτες στην πλατεία και ξεκινάνε οι εγγραφές στα φροντιστήρια.
ίσως να φταίει ο καιρός, ίσως να φταίει ότι είχα πάρα πολύ καιρό να περάσω μια ολόκληρη κυριακή σπίτι χωρίς να κάνω απολύτως τίποτα, σήμερα, τώρα, νιώθω την πιο τρελή μιζέρια να πλησιάζει και να με κατακλύζει.
όλη μέρα ένιωθα πως είχα κάτι να κάνω, πως το να βλέπω το ένα επεισόδιο gossip girl μετά το άλλο μου έτρωγε πολύτιμο χρόνο από κάτι που δεν μπορούσα ακριβώς να προσδιορίσω αλλά σαν συναίσθημα έμοιαζε τρομερά με το ενοχικό του να κωλοβαράς όλη μέρα ενώ τα μαθήματα της επομένης είναι ακόμα αδιάβαστα.
ο απογευματινός ύπνος, ένιωθα πως, με κρατούσε μακριά από μια υποχρέωση που είχα, χωρίς ποτέ να έχω. σήμερα ήταν η πιο ενοχικά lazy κυριακή που είχα να ζήσω εδώ και πολλά χρόνια.
απλά το μυαλό μου δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το να μην έχεις απολύτως τίποτα να κάνεις και ότι το να προσπαθείς να οργανώσεις τον χρόνο σου βάση του "άραγμα-υπολογιστής-ύπνος-φαί" και του πόση ώρα παίρνει μια ταινία να κατέβει, δεν είναι καταστροφικό και απόλυτο χάσιμο χρόνου, αλλά ότι πραγματικά έχω ανάγκη.
το δωμάτιο μου μοιάζει με δωμάτιο έφηβης που έχει γυρίσει από 3μήνες διακοπές, παρά κάποιας που σε μια εβδομάδα θα μετακομίσει στο δικό της σπίτι και οι υποχρεώσεις μαζέματος θα αφορούν και το υπόλοιπο σπίτι. τα διαβασμένα βιβλία των διακοπών βρίσκονται σε μια στήλη δίπλα στο κρεβάτι μου, από κάτω βρίσκεται χυμένη η στήλη των αδιάβαστων περιοδικών και τα free press που πήρα την πέμπτη διπλωμένα στα δυο στην τελευταία σελίδα που διάβαζα. ο ανεμιστήρας είναι ο μόνος που έχει αλλάξει θέση με την επιστροφή μου, και βρίσκεται οπουδήποτε αρκεί να δροσίζει περισσότερο ή λιγότερο, και μετά το χάος.
αντηλιακά και μπουκαλάκια με ενυδατικές κρέμες, αποσμητικό και ντεμακιγιάζ, μπατονέτες, χαρτομάντηλα και μωρομάντηλα, το νεσεσέρ του γυμναστηρίου, μια χάρτινη σακούλα με δυο μέλια που κουβάλησα από την λευκάδα, η ψάθινη τσάντα με όλη την συλλογή των μαγιό μου, ασιδέρωτα και σιδερωμένα ρούχα όλα μαζί πάνω στην καρέκλα και από πίσω της το sleeping bag και κουβέρτες.
το ενοχικό του σχολείου με κατακλύζει.
δεν θέλω να φτιάξω τα πράγματα μου με την ίδια λογική που δεν θέλω να τα πακετάρω για την μετακόμιση. ξαφνικά και μόνο στην ιδέα της όλοι οι λόγοι που θέλω να φύγω από το νυν σπίτι μου φαντάζουν ανοησίες, ότι με εκνευρίζει ξαφνικά μου λείπει και εγώ το μόνο που θέλω είναι να πάω να ξαπλώσω στο κρεβάτι της μαμάς μου και να μην φύγω από εκεί ποτέ. έχω αυτή την μελαγχολία που παιδιού που φοβάται να μεγαλώσει και του μεγάλου που ξέχασε ότι υπήρξε κάποτε παιδί.
είναι τόσα τα πράγματα που πρέπει να γίνουν για το σπίτι, με τον κωνσταντίνο δεν συμφωνούμε στο χρώμα των καναπέδων, οι παραγγελίες μας έχουν πάει ήδη δυο βδομάδες πίσω, την άλλη κυριακή έχουμε το επίσημο καθάρισμα, την τρίτη πρέπει να υπογράψουμε τα συμβόλαια και μες την εβδομάδα πρέπει οπωσδήποτε να αγοράσουμε το κρεβάτι. η σκέψη και μόνο όλων αυτών με πελαγώνει.
οι διακοπές μου φαίνονται ήδη δέκα αιώνες μακριά και η δουλεία καθημερινότητα, ξεχνώντας ότι μόλις μια κυριακή πριν ήμουν ουσιαστικά διακοπές. ακόμα σημαντικά μαυρισμένη και απαλλαγμένη από κάθε είδους σκέψη και υποχρέωση.
κάθε δευτέρα νιώθω ότι ξεκινάει ένα καινούργιο σχολείο, και κάθε παρασκευή ένα καινούργιο καλοκαίρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου