Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

μανα raver

σάββατο, περίπου στις 2:30 το πρωί, ξημερώματα κυριακής δηλαδή, γυρνούσαμε από ένα τελείως αποτυχημένο πάρτι σε κάτι κατσάβραχα της πεντέλης (μεγάλη ιστορία. κάτι μεταξύ σατανιστικής τελετής και καλοκαιρινό πάρτι σχολικής αποφοίτησης). εγώ είχα σωριαστεί στο κάθισμα του συνοδηγού και προσπαθούσα πάρα πολύ όμως να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά και ο κωνσταντίνος επιδιδόταν στο αγαπημένο του σπορ: να μου ρίχνει καντήλια. γενικότερα. αυτή την φορά επειδή τον τράβηξα (λέει) μέχρι την πεντέλη, για να πάμε σ' αυτό το ελεεινό πάρτι, στο όποίο δεν την πάλεψα ούτε μισό λεπτό (λέει) και τον τραβολόγησα να φύγουμε στο πεντάλεπτο (λέει).
σε ένα ποσοστό έχει δίκιο, δεν λέω, αλλά και εγώ τι φταίω που το πάρτι ήταν απολύτως αποτυχημένο και που δεν είχα κανένα στοιχείο για αυτό από πριν? για κάποιον λόγο, μάλλον παρασυρθήκαμε από την υπόλοιπη παρέα και ακολουθήσαμε, χωρίς να έχουμε-έχω αποφασίσει εάν θέλουμε-θέλω να πάμε.
τέλος πάντων, άλλο είναι το θέμα. πίσω στην ιστορία μας. στον δρόμο λοιπόν από πεντέλη για κέντρο περάσαμε από το μετρό δουκίσης πλακεντίας. μες την μέση του δρόμου βλέπουμε ένα εντελώς αλαφιασμένο τυπάκι, γένους αρσενικού, στα 16-17, να σταματάει το μπροστινό μας αυτοκίνητο, κάτι τους λέει, κάτι του λένε, φεύγει το αμάξι και απελπισμένος σταματάει εμάς.
βγαίνω από τον λήθαργο και κατεβάζω το παράθυρο, μας ζητάει με κομμένη την ανάσα εάν μπορούμε να τον πάμε στον σταθμό του μετρό δουκίσης πλακεντίας. εγώ από τον ύπνο του λέω φυσικά να σε πάμε κτλ. ώσπου σκέφτομαι ότι χελόου είμαστε στην δουκίσης πλακεντίας. τον ρωτάω που ακριβώς θέλει να πάει, μου λέει δουκίσης πλακεντίας "στο μετρό", μα του λέω εδώ είναι το μετρό, και του δείχνω τρία μέτρα πιο πίσω την είσοδο του μετρό (το μόνο μέρος με φώτα όπου πραγματικά δεν μπορούσες να μην καταλάβεις ότι είναι εκεί), τον ρωτάω παράλληλα αν του συμβαίνει κάτι βάζοντας με το μυαλό μου τα χειρότερα μες τη μαύρη νύχτα, και μου απαντάει: "τι να συμβαίνει? βιάζομαι να προλάβω να γυρίσω στο σπίτι μου και μάλλον θα το προσπέρασα [το μετρό] τρέχοντας". είπε και έφυγε. τρέχοντας.
με γύρισε περίπου δώδεκα χρόνια πίσω όταν ακόμα πάθαινα πανικούς στην ιδεά ότι θα αργήσω περισσότερο από την ώρα που είχαμε συμφωνήσει με την μαμά μου. που στην ουσία ποτέ δεν την συμφωνείς, απλά σου φωνάζει εκείνη λίγο πριν κλείσεις την πόρτα "στις δώδεκα να είσαι πίσωωωω" και εσύ απαντάς από τα σκαλιά "μέχρι τις δυο θα έχω γυρισείιιι".
τις χρυσές εκείνες εποχές που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα για να σου στείλει τρις χιλιάδες μηνύματα (στην καλύτερη περίπτωση, γιατί στην χειρότερη, σε έπαιρνε τηλέφωνο και σε έκανε παντελώς ρεζίλι σε όλους) να γυρίσεις πίσω ουρλιάζοντας γραπτώς (ναι! οι μαμάδες μπορούν να το κάνουν και αυτό) ότι "ο μπαμπάς σου είναι έξαλλος". εσύ γυρνούσες σπίτι με την ψυχή στο στόμα, ιδρωμένη και πανικόβλητη για όλη την μανούρα που θα τράβαγες, για να ακούσεις τελικά τον μπαμπά σου να ροχαλίζει σε σι μινόρε μην έχοντας πάρει χαμπάρι τι ώρα είναι ή που είσαι ή αν έχεις γυρίσει. δαιμόνιες μανάδες.
η φωνή της ευθύνης μέσα μου δεν με άφησε να ησυχάσω στο υπόλοιπο της διαδρομής γιατί σκεφτόμουν την δόλια μάνα του που θα τον περιμένει σε μια κουζίνα ξεροσταλιασμένη, μες το άγχος και την αγωνία, μη ξέροντας που είναι και τι κάνει, πόσο μάλλον να ήξερε ότι σταματάει αμάξια για ωτοστόπ, με έβαλε για πρώτη φορά στα παπούτσια της δικής μου μαμάς αλλά και της εν δυνάμει μαμάς που κοιμάται (ευτυχώς ήσυχη) ακόμα μέσα μου.
το ότι γύρναγα κάθε βράδυ σπίτι μου in one piece δεν ξέρω αν οφείλεται στο ένστικτο της επιβίωσης ή στην θεά τύχη, του πρωτάρη εν προκειμένω.
το πάρτι φιάσκο και το σκηνικό με το παιδάκι, ήρθε να ενισχύσει το προηγούμενο ακριβώς ποστ, που έλεγα ότι δεν είμαι πια καθόλου σε φάση να βγαίνω και να τραβολογιέμαι στο κάθε κατσάβραχο και στην κάθε παραλία που ο κάθε ένας βαφτίζει πάρτι. αποφάσισα να μην πάω ξανά κόντρα στην γιαγιά που κρύβω μέσα μου, να την ακούω όταν προστατευτικά μου λέει ότι αυτό το πάρτι πιθανόν να μην είναι για μένα και πως καλύτερα θα ήταν να πάω για ύπνο.
αυτό ή οποιοδήποτε είδος βραδινής εξόδου που συμπεριλαμβάνει χάλια μουσική, συμμαθητές από το γυμνάσιο, σάπια αν όχι ανύπαρκτα ποτά, έδαφος προσβάσιμο μόνο με τρακτερωτό κίτρινο μποτάκι και γενικότερα οτιδήποτε με παραπέμπει σε προ-εφηβικά ξεσαλώματα και άκυρα ξενύχτια, δεν έχει χώρο στην ατζέντα μου.
στο δίλημμα quality vs. quantity σαφέστατα η ποιότητα έχει πρωτεύον ρόλο πια σε όλα. σίγουρα αυτό μπορεί να με κάνει μονόχνοτη ή γκρινιάρα ή "πο πο πως κάνεις έτσι μωρέ" αλλά δυστυχώς έχω περάσει πολλά αποτυχημένα βράδια στο σχολείο της ζωής που είτε δεν μπορούσα να βρω μέσο διαφυγής είτε έπρεπε να κάτσω εκεί γιατί η κολλητή μου ήταν παράφορα ερωτευμένη και φλέρταρε με τον γκόμενο στο μπαρ ή ξέρναγε στις τουαλέτες για πάρτη του. το bottom line είναι ότι thanx but no thanx σε οτιδήποτε δεν με διασκεδάζει και με υποχρεώνει να είμαι σε μέρη που μισώ, με ανθρώπους που δεν αντέχω και μουσική που κάνει τα αυτιά μου να πονάνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου